Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Η εθνική ανεξαρτησία στην εποχή των μνημονίων

Την Κυριακή στις 16 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε  η εκδήλωση του Συλλογου Διάδοσης της Μαρξιστικής Σκέψης "Γιάννης Κορδάτος" με εισηγητές τους Μιχάλη Χονδροκούκη, Δημήτρη Καλτσώνη και Νίκο Καραβέλο. Ακολουθεί η εισήγηση του Δημήτρη Καλτσώνη.

Η εξάρτηση της Ελλάδας και η διαπλοκή και σύμπλεξη της εγχώριας πλουτοκρατίας με το ξένο κεφάλαιο είναι διαχρονική. Ξεκινά από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Υπάρχουν ποικίλα στοιχεία και αποτυπώματα αυτής της σχέσης και σε θεσμικό, συνταγματικό επίπεδο. Απόδειξη αποτελεί ο ίδιος ο θεσμός της βασιλείας που επιβλήθηκε στη χώρα παρά τις δημοκρατικές αναζητήσεις των επαναστατημένων Ελλήνων με τα τρία δημοκρατικά, και σε ένα βαθμό πρωτοποριακά για την εποχή τους, Συντάγματα της περιόδου της επανάστασης του 1821.

Αλλά και αργότερα, στην αυγή του 20ού αιώνα, στα γεγονότα στο Γουδί το 1909, μην ξεχνάμε ότι μοίρα του αγγλικού στόλου κατέπλευσε στο Φάληρο προκειμένου να υπογραμμίσει ότι η Βρετανία δεν θα ανεχόταν ριζοσπαστικές αλλαγές και κυρίως δεν θα ανεχόταν την εκδίωξη του τοποτηρητή της, του βασιλιά. Ακόμη και η επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου από το Στρατιωτικό Σύνδεσμο είχε τη σφραγίδα της Βρετανίας. Το πρόσωπο του μελλοντικού αναμορφωτή πρωθυπουργού είχε την έγκριση του βρετανού προξένου στα Χανιά καθώς ο Ελ. Βενιζέλος είχε τοποθετηθεί νωρίτερα υπέρ της παραχώρησης της Σούδας στους Βρετανούς για στρατιωτική βάση.

Αργότερα ήρθε, για παράδειγμα η επέμβαση του Δεκέμβρη του 1944, στη συνέχεια η παρέμβαση των ΗΠΑ κλπ. Μετά τον εμφύλιο, η εξάρτηση της χώρας εκφράστηκε και συνταγματικά καθώς το άρθρο 112 του Συντάγματος του 1952 κατοχύρωνε τα σκανδαλώδη προνόμια του ξένου και του εφοπλιστικού κεφαλαίου. Το περιεχόμενο του άρθρου μακροημέρευσε. Υπάρχει και σήμερα στο άρθρο 107 του ισχύοντος Συντάγματος.

Μην ξεχνάμε άλλωστε την αμερικανόπνευστη χούντα 1967-1974 αλλά και την προδοσία της Κύπρου από τις ΗΠΑ και τους ΝΑΤΟϊκούς «συμμάχους». Όλα αποτελούν πλευρές της σχέσης εξάρτησης της χώρας από τις ισχυρές δυνάμεις και το ξένο κεφάλαιο. Ακόμη και σήμερα, το άρθρο 27 παρ.2 συνιστά τη συνταγματική βάση της παρουσίας ξένων στρατιωτικών βάσεων στο έδαφός μας, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Βενεζουέλα, η οποία απαγορεύει ρητά με το άρθρο 13  του Συντάγματός της την παρουσία ξένων στρατιωτικών βάσεων στο έδαφός της.

Η είσοδος στην ΕΟΚ
Η ένταξη της χώρα μας στην ΕΟΚ (μετέπειτα ΕΕ) είναι μια ιδιαίτερη πλευρά της εξάρτησης και της σύνδεσης ξένου και εγχώριου μεγάλου κεφαλαίου. Από τις θριαμβολογίες για την είσοδο στην ΕΟΚ περάσαμε στην παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας μέσω του άρθρου 28 του Συντάγματος του 1975. Βέβαια, να σημειωθεί ότι σύσσωμη η τότε αντιπολίτευση αντιτάχθηκε σε αυτό, άσχετα αν στη συνέχεια μια σειρά πολιτικές δυνάμεις μετέβαλαν άρδην τις θέσεις τους. Στη συνέχεια ήρθε η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1985 και λίγο μετά, ως συνέπειά της, επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και με υπουργό Οικονομικών τον Κ. Σημίτη, η απαγόρευση αύξησης των ημερομισθίων με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου η οποία, μάλιστα, τιμωρούσε ως ποινικό αδίκημα τις αυξήσεις.

Λίγο αργότερα, το 1992 ήρθε η Συνθήκη του Μάαστριχτ και έκτοτε η συστηματική αποδυνάμωση των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων των εργαζομένων, η βαθμιαία ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων. Το 2001, η επιλογή εισόδου στο ευρώ έφερε ένα βήμα παραπέρα που εγγράφηκε και στο Σύνταγμα. Στη λεγόμενη συναινετική αναθεώρηση του 2001, τα δύο τότε πανίσχυρα κόμματα του δικομματισμού, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, ψήφισαν από κοινού, ανάμεσα σε άλλα, την προσθήκη στο άρθρο 28 του Συντάγματος ερμηνευτικής δήλωσης που καθιστούσε τη χώρα όμηρο των όποιων εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς δυνατότητες αντίδρασης. Υποτάχθηκε στην πραγματικότητα ακόμη και το Σύνταγμα στους μηχανισμούς των Βρυξελλών. Την πικρή συνέχεια τη γνωρίζουμε πολύ καλά. Με το ξέσπασμα της κρίσης, ήρθε η επιτροπεία, η τρόικα, η μανιώδης λεηλασία του μόχθου και του πλούτου του λαού και της χώρας, η κατεδάφιση όλων των κατακτήσεων και δικαιωμάτων.


Το χρέος
Ένας σημαντικός μηχανισμός, αλλά σίγουρα όχι ο μόνος, αφαίμαξης του λαού μας είναι το χρέος. Από την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού του 2014 προκύπτει ότι κατά την περίοδο 1992-2013, δηλαδή τα τελευταία 21 χρόνια, οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους της κεντρικής διοίκησης ανήλθαν σε 563 δις ευρώ! Στο ποσό δεν περιλαμβάνονται άλλα 288 δις που καταβλήθηκαν για εξόφληση βραχυπρόθεσμών τίτλων. Τόσα έχει πληρώσει ήδη ο ελληνικός λαός, χωρίς να υπολογίσουμε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, από τα πρώτα δάνεια της ανεξαρτησίας που έχουν χρυσοπληρωθεί στους δανειστές – τοκογλύφους. Και παρόλα αυτά, οι δανειστές – τοκογλύφοι και οι εγχώριοι συνεταίροι τους ισχυρίζονται πως το 2014 η Ελλάδα θα εξακολουθεί να τους χρωστά 320 δις ευρώ.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Την απάντηση μας τη δίνει ευθαρσώς ο πρόεδρος του EUROGROUP, Ζαν Κλωντ Γιουνκέρ. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Κέρδος στις 9/10/2010 παραδέχτηκε πως το χρέος οφείλεται στο γεγονός πως «η Γαλλία και η Γερμανία κέρδιζαν τεράστια ποσά από τις εξαγωγές τους στην Ελλάδα». Δηλαδή ο ελληνικός λαός χρεωνόταν για να εξάγει και να θησαυρίζει η γερμανική, γαλλική, αμερικανική, βρετανική βιομηχανία και, μαζί με αυτούς, οι εγχώριοι εταίροι τους.

Τούτο φαίνεται πολύ καθαρά και από τα σχετικά στοιχεία με τις εμπορικές συναλλαγές. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το 2009 το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας ήταν 12,1 δις ευρώ με την Ισπανία, 11,2 δις με την Ιταλία, 2,6 δις με την Πορτογαλία, 4,7 δις με την Ελλάδα.


Και αυτά που πήραμε;
Αυτή την ερώτηση θέτουν πολλοί. Μόνο δηλαδή ζημιωθήκαμε από την ένταξη της χώρας στην ΕΕ. Δεν πήραμε τόσα ώστε τα οφέλη να είναι περισσότερα;

Για να δούμε λίγο τα συγκεκριμένα στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα, ο κοινοτικός προϋπολογισμός μέσω του οποίου γίνεται η διανομή των κονδυλίων είναι λιλιπούτειος. Άρα μιλάμε εξαρχής για πολύ μικρά μεγέθη. Ο κοινοτικός προϋπολογισμός φτάνει μόνο στο 0,88% του Ακαθάριστου Κοινοτικού Προϊόντος, τη στιγμή που οι εθνικοί προϋπολογισμοί υπερβαίνουν το 50% του εθνικού ΑΕΠ.

Επιπλέον, η συνεισφορά κάθε χώρας στον κοινοτικό προϋπολογισμό δεν είναι απολύτως ανάλογη του ΑΕΠ. Έτσι, η Γερμανία κατέχοντας το 19,93% του κοινοτικού ΑΕΠ, καταβάλλει στον προϋπολογισμό της ΕΕ το 19,95%. Η Ελλάδα, με το 1,94% του κοινοτικού ΑΕΠ, καταβάλλει το 2,20%. Μικρή θα έλεγε κανείς η διαφορά, πλην όμως αξιοσημείωτη.

Και πόσα είναι τελικά τα ποσά που πήρε η Ελλάδα από τα περιβόητα και πολυδιαφημισμένα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης (ΚΠΣ); Από το Γ ΚΠΣ για την περίοδο 2000-2006 (συνολικά 212,5 δις) η Ελλάδα πήρε 27,2 δις και από το Δ ΚΠΣ-ΕΣΠΑ για την περίοδο 2007-2013 πήρε 20,1 δις.

Που πήγαν κατά κανόνα οι χρηματοδοτήσεις της ΕΕ; Πήγαν στην αποσάρθρωση της παραγωγικής βάσης της χώρας, στην συρρίκνωση έως και καταστροφή της βιομηχανικής βάσης και της αγροτικής της οικονομίας. Πήγαν στα ταμεία της εγχώριας ολιγαρχίας. Ένα μικρότερο κομμάτι πήγε για την εξαγορά και τη διαφθορά τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Αυτός ήταν ένας απαραίτητος όρος για να εξασφαλίσει η άρχουσα τάξη τις κοινωνικές της συμμαχίες, για να εξαγοράσει τη συναίνεση.


Πώς θα αντιστραφεί η κατάσταση;
1.Απαιτείται η διαγραφή του χρέους. Τίποτα λιγότερο από αυτό. Ούτε διαγραφή του 5% (όπως λένε οι ιθύνοντες της αξιωματικής αντιπολίτευσης) ή άλλου ποσοστού, ούτε ο,τιδήποτε άλλο. Το χρέος είναι της ολιγαρχίας και είναι χιλιοπληρωμένο από τον ιδρώτα και το αίμα του ελληνικού λαού, από τα λεγόμενα «δάνεια της ανεξαρτησίας» του 1821 μέχρι σήμερα. Εξάλλου, και μόνο η απειλή της διαγραφής του χρέους θα κλονίσει συθέμελα τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που φοβούνται αυτό το ενδεχόμενο και θα μας δώσει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο.

Υπάρχουν εξάλλου και ιστορικά προηγούμενα διαγραφής χρέους. Από τη Σοβιετική Ένωση μέχρι χώρες του τρίτου κόσμου που διέγραψαν το χρέος τους μετά τους νικηφόρους αγώνες των δεκαετιών 1960. Στη σύγχρονη περίοδο, η Νορβηγία έχει διαγράψει χρέη τριτοκοσμικών χωρών προς την ίδια, η Ρωσία διέγραψε μέρος του χρέους της, η Αργεντινή, το Εκουαδόρ. Πρόσφατα η Κούβα διέγραψε σημαντικό μέρος του χρέους της προς τη Ρωσία και προς το Μεξικό. Δεν είναι λοιπόν και τόσο αδύνατη και φοβερή η διαγραφή χρέους όπως προπαγανδίζουν διάφοροι, έμμισθοι συνήθως, των δανειστών.

2.Χρειάζεται παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με ατμομηχανή ένα εθνικοποιημένο τραπεζικό σύστημα και το δημόσιο τομέα. Ο δημόσιος τομέας δεν είναι εξ ορισμού αντιπαραγωγικός. Είναι αντιπαραγωγικός όταν χρησιμοποιείται ως ιμάντας μεταβίβασης πλούτου προς το μεγάλο κεφάλαιο και όταν δουλεύει γραφειοκρατικά προκειμένου να εξυπηρετήσει τις πελατειακές σχέσεις και να αναπαράγει το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα. Ένας εκδημοκρατισμένος δημόσιος τομέας που θα υπόκειται στον αυστηρό λαϊκό και εργατικό έλεγχο, που θα έχει απογαλακτιστεί από την πλουτοκρατία και τους πολιτικούς της πάτρωνες μπορεί να οδηγήσει σε μια φιλολαϊκή αναπτυξιακή πορεία με αναστήλωση των εργασιακών δικαιωμάτων.

3.Σε μια χώρα όπου υπάρχει μικροϊδιοκτησία είναι αναγκαία η κρατική στήριξη προς τους αυτοαπασχολούμενους και τους μικρομεσαίους έτσι ώστε να αντέξουν την πίεση των μεγάλων συμφερόντων και να ενθαρρυνθούν σε συλλογικές, δημοκρατικές μορφές οργάνωσης και παραγωγής.

4.Τα παραπάνω όμως απαιτούν οπωσδήποτε ανυπακοή και απειθαρχία προς τις πολιτικές της ΕΕ. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική αναπτυξιακή πορεία αν δεν ακυρωθούν οι κατευθύνσεις όχι μόνο της τρόικας αλλά και της ΕΕ. Δεν μπορούν να καταργηθούν στην ουσία τους τα μνημόνια, αν δεν υπάρξει ρήξη με την ΕΕ. Η ίδια η πραγματικότητα μας οδηγεί τελικά στην έξοδο από αυτήν. Αυτά που λέγονται ότι θα καταργηθούν τα μνημόνια με ένα νόμο και ότι παράλληλα θα παραμείνουμε στην ΕΕ είναι αστειότητες ή υποκρισία.

5.Η χώρα μας μπορεί και πρέπει να αναπτύξει πολύπλευρες σχέσεις ισότιμης συνεργασίας. Μπορεί να συνεργαστεί και με χώρες της ΕΕ αλλά σε ισότιμη πλέον βάση. Έτσι, για παράδειγμα, έκανε η Βενεζουέλα όταν εθνικοποίησε το πετρέλαιο, έδιωξε τις πολυεθνικές των ΗΠΑ και στη συνέχεια συνεργάστηκε με ξένες εταιρείες σε ισότιμη βάση: ρωσικές, κινεζικές αλλά και αμερικανικές.

6.Για όλα αυτά βέβαια χρειάζεται εθνικός, δημοκρατικός παλλαϊκός σχεδιασμός που θα βασίζεται στην επιστημονική συζήτηση και σε επιστημονικά δεδομένα και θα έχει άμεσους και μακροπρόθεσμους στόχους. Απαιτείται, στο πλαίσιο αυτό, ανάπτυξη, αναδιοργάνωση και γενναία κρατική χρηματοδότηση της παιδείας και της έρευνας που μπορεί και πρέπει να γίνει κινητήριος μοχλός για την παραγωγική φιλολαϊκή ανασυγκρότηση. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει μακρόπνοος σχεδιασμός για την ανάπτυξη.


Αναπόφευκτη η σύγκρουση;
Πολλοί είναι αυτοί που θέτουν το ερώτημα: μα είναι υποχρεωτικό να έρθουμε σε ρήξη με την ΕΕ; Μήπως μπορεί να αλλάξει η ΕΕ, να υπάρξει ένα κύμα προοδευτικών και αριστερών κυβερνήσεων σε όλη την ΕΕ;

Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι συγκεκριμένη. Οι ιδρυτικές συνθήκες της ΕΟΚ και οι μετέπειτα της ΕΕ, ειδικά από το Μάαστριχτ και μετά δεν αφήνουν κανένα απολύτως περιθώριο. Δημιούργησαν μια σειρά μηχανισμούς που είναι βαθιά συνυφασμένοι με τις πολυεθνικές. Δημιούργησαν ένα μηχανισμό που αυξάνει την απόσταση ανάμεσα στις πλούσιες και στις φτωχές χώρες αλλά και την απόσταση ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς στο εσωτερικό των των κρατών, τόσο των ισχυρών όσο και των μη ισχυρών. Τα στοιχεία και η πραγματικότητα βοούν.

Πίσω από την τυπική ισοτιμία των κρατών στα όργανα της ΕΕ υπήρχε πάντοτε η πραγματική ανισοτιμία και η επιβολή της θέλησης των ισχυρών. Ακόμη και η τυπική ισοτιμία δεν υπάρχει πλέον. Μετά τη συνθήκη της Νίκαιας και τις επόμενες μεταρρυθμίσεις έχει καμφθεί σε όφελος μιας θεσμικής ανισοτιμίας.

Μήπως όμως παρόλα αυτά υπάρξει ένα ντόμινο φιλολαϊκών εξελίξεων; Τα πορίσματα της κοινωνιολογίας, της πολιτικής και οικονομικής επιστήμης δεν συνηγορούν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Λειτουργεί ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης έτσι ώστε αποκλείεται να συμβούν φιλολαϊκές αλλαγές ταυτόχρονα ή σχεδόν ταυτόχρονα σε όλη την ΕΕ. Μια πρόχειρη ματιά στην πρόσφατη και παλαιότερη ιστορία των κινημάτων των διαφόρων χωρών αρκεί για να πειστεί κανείς.

Αλλά και αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, πάλι δεν θα μπορούσε παρά να έρθει η ρήξη με την ΕΕ και τους αντιλαϊκούς μηχανισμούς της. Εξάλλου, η αλλαγή των συνθηκών απαιτεί ομοφωνία. Μια έστω κυβέρνηση να μην συμφωνήσει και δεν αλλάζουν. Είναι επομένως ουτοπικό και επικίνδυνο θα έλεγα να αναβάλλει κανείς τη ρήξη με την ΕΕ, να συνεχίσει να υποτάσσεται σε αυτήν με την προοπτική μιας αλλαγής της. Η ΕΕ είναι αντιδραστική, μηχανισμός των μονοπωλίων.


Λαϊκή ενότητα
Τι χρειαζόμαστε περισσότερο από καθετί άλλο στις μέρες μας; Λαϊκή ενότητα. Χρειαζόμαστε τη λαϊκή ενότητα για να αγωνιστούμε για την εθνική ανεξαρτησία, για να διώξουμε την τρόικα, για να αντιπαλέψουμε την εξάρτηση και την υποταγή στην ΕΕ και στις ΗΠΑ.

Το κίνημα ενάντια στην ΕΕ μπορεί και πρέπει να συμβάλλει στο άνοιγμα του δρόμου για ευρύτερες, πιο ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές. Όμως η συμφωνία σε τέτοιες αλλαγές δεν μπορεί να είναι προϋπόθεση για τη συμμετοχή στον αγώνα αυτό, ούτε ο αγώνας αυτός μπορεί να αναβάλλεται μέχρι να γίνει κάποια επαναστατική αλλαγή, η οποία, εξάλλου δεν μπορεί ποτέ να έρθει χωρίς την προετοιμασία του λαού μέσα από τους άμεσους οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες. Διαφορετικά, ματαιώνεται και βαλτώνει κάθε προσπάθεια.



Ανακατατάξεις
Είναι αναγκαία η συσπείρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων γύρω από τους άξονες που προδιαγράφηκαν:
1.διαγραφή του χρέους
2.αντίθεση στην πολιτική κυβέρνησης, τρόικας, ΕΕ, έξοδος τελικά από την ΕΕ
3.φιλολαϊκό αναπτυξιακό πρόγραμμα με βασικό μοχλό το δημόσιο τομέα
4.ενίσχυση μικρομεσαίων
5.ριζικός εκδημοκρατισμός του κρατικού μηχανισμού.


Δεν αρκεί δηλαδή απλώς μια αντιμνημονιακή ρητορεία όπως του ΣΥΡΙΖΑ ή οποιουδήποτε άλλου.


Σήμερα βέβαια δεν έχουν ωριμάσει ακόμη οι συνθήκες για τη δημιουργία ενός τέτοιου μετώπου. Αύριο θα έχουμε σίγουρα ανακατατάξεις. Ζούμε μια μεταβατική περίοδο. Διαπιστώνουμε όλοι την έλλειψη και την ανάγκη του μετώπου. Έχουμε επομένως κάνει το μισό βήμα. Μένει να κάνουμε το υπόλοιπο.

Απαιτείται, με λίγα λόγια, ένα σύγχρονο ΕΑΜ. Βέβαια, τότε, το 1941, υπήρξε μια πολιτική πρωτοπορία, το ΚΚΕ, που ανέλαβε αυτή την πρωτοβουλία. Σήμερα δυστυχώς, δεν υπάρχει κάτι ανάλογο. Η ηγεσία του ΚΚΕ, όχι μόνο δεν λαμβάνει τέτοιες πρωτοβουλίες αλλά αντίθετα, παρεμποδίζει συγκλίσεις, θέτει ως προϋπόθεση τη γενική συμφωνία.

Η ζωή και οι λαϊκές ανάγκες θα φέρουν ανακατατάξεις. Όποτε στην ιστορία η πολιτική πρωτοπορία δεν ανταποκρίθηκε στο ρόλο της, δημιουργήθηκε άλλη.

Δημήτρης Καλτσώνης